Η λέξη στομία προέρχεται από την Ελληνική γλώσσα και σημαίνει «στόμα ή άνοιγμα».

Ο όρος χρησιμοποιείται για να περιγραφεί ένα άνοιγμα που δημιουργείται χειρουργικά και συνδέει το γαστρεντερικό (Κολοστομία / Ειλεοστομία) ή το ουροποιητικό (Ουρητηροστομία) σύστημα με το δέρμα.

Οι στομίες διαφέρουν απο άτομο σε άτομο. Μπορεί να είναι στρογγυλές, οβάλ, επίπεδες, εισελκόμενες, να προεξέχουν, να είναι μεγάλες ή μικρές.

Υπάρχουν τρεις διαφορετικοί τύποι στόματος: κολοστομία, ειλεοστομία και ουροστομία. Η φροντίδα της στομίας ποικίλει ανάλογα με τον τύπο του στόματος. Αυτό συμβαίνει επειδή το είδος και η πυκνότητα των κενώσεων διαφέρουν

Κολοστομία

Πρόκειτα για στομία που συνδέει το παχύ έντερο (κολον) με το δέρμα. Μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε σημείο κατα μήκος του εντέρου και στόχος είναι να επιτρέψει στα κόπρανα να παρακάμψουν το τμήμα που έχει υποστεί βλάβη.

Ειλεοστομία

Η ειλεοστομία είναι ένα άνοιγμα που δημιουργείται χειρουργικά στο λεπτό έντερο, μέσα από το άνοιγμα της κοιλίας. Σκοπός της είναι να επιτρέψει στα κόπρανα να παρακάμψουν το παχύ έντερο

Ουρητηροστομία – Νεφροστομία

Αν το ουροποιητικό σύστημα έχει υποστεί κάποια βλάβη ή ασθένεια μπορεί να χρειαστεί μια εναλλακτική δίοδος των ούρων ώστε να παροχετευτούν έξω από τον οργανισμό. Αυτό αποκαλείται ουρητηροστομία.